Αγγλικά και Δυσλεξία: Μπορεί ένας μαθητής με μαθησιακές δυσκολίες να μάθει Αγγλικά;

«Έχει δυσλεξία… Τι σημαίνει αυτό;»
Μόλις πήρε τη διάγνωση στα χέρια της. Έχει «δυσλεξία».Στα αυτιά της μικρής Δωροθέας η λέξη αυτή ηχεί άγνωστη.
«Τι σημαίνει αυτό;» «Είμαι διαφορετική από τα άλλα παιδιά;» «Μα εγώ δεν θέλω να είμαι διαφορετική…»

Στο μυαλό της στριφογυρίζουν ανάμεικτες σκέψεις και συναισθήματα. Νιώθει ντροπή, νιώθει ματαίωση, νιώθει διαφορετική από τους συμμαθητές της. Δεν είναι λίγες, εξάλλου, οι φορές που έχει νιώσει απογοήτευση ακούγοντας:

«Προσπαθεί αλλά δεν μπορεί να τα καταφέρει.» «Είναι πολύ γλυκό παιδί αλλά…» Πολλές φορές γονείς αλλά και εκπαιδευτικοί έρχονται αντιμέτωποι με τον εξής προβληματισμό:

Μπορεί ένα παιδί με δυσλεξία να μάθει Αγγλικά;

Η απάντηση είναι ξεκάθαρα: Ναι, μπορεί!

Ένα παιδί με δυσλεξία μπορεί να μάθει Αγγλικά, να αγαπήσει την εκμάθηση της ξένης γλώσσας και να αποκτήσει ακόμη και πιστοποιήσεις υψηλού επιπέδου. Αυτό, όμως, μπορεί να επιτευχθεί όταν η διδασκαλία προσαρμοστεί στον διαφορετικό τρόπο που μαθαίνει ο εγκέφαλος της δυσλεξίας και όχι το αντίθετο.

Γιατί τα Αγγλικά δυσκολεύουν ένα παιδί με δυσλεξία;

Τα Αγγλικά ως ξένη γλώσσα θέτουν αρκετές προκλήσεις σε έναν μαθητή με δυσλεξία και συχνά αποτελούν έναν «άλυτο γρίφο», καθώς πολλές λέξεις διαβάζονται με διαφορετικό τρόπο από ό,τι γράφονται.
Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, τα Αγγλικά θεωρούνται «αδιαφανής γλώσσα» (opaque language). Αυτό σημαίνει ότι κάθε γράφημα μπορεί να αναπαριστά περισσότερα από ένα φωνήματα/ήχους.

Με άλλα λόγια:

    • στην Ελληνική γλώσσα κάθε γράμμα αντιστοιχεί σε έναν ήχο,
    • ενώ στην Αγγλική γλώσσα τα 26 γράμματα παράγουν 44 διαφορετικούς ήχους.

Αυτή η πολυπλοκότητα δημιουργεί μεγαλύτερες απαιτήσεις στην ανάγνωση και στην ορθογραφία, ιδιαίτερα για έναν μαθητή με δυσλεξία.

Παραδείγματα που συχνά μπερδεύουν τους μαθητές:

Ο ίδιος ήχος μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους.

Για παράδειγμα, ο ήχος /άη/ μπορεί να παρουσιαστεί:

    • με το –igh στη λέξη flight,
    • με το –y στη λέξη cry,
    • με το –i-e στη λέξη life.

Ο ίδιος συνδυασμός γραμμάτων μπορεί να ακούγεται διαφορετικά.

Για παράδειγμα, ο δίφθογγος “ea” προφέρεται διαφορετικά στις λέξεις:

    • bread
    • mean

Στην πρώτη λέξη ακούγεται ως /ε/, ενώ στη δεύτερη ως /η/.

Για έναν μαθητή με δυσλεξία, όλα αυτά μπορεί να φαίνονται αντιφατικά και χαοτικά, όταν η διδασκαλία βασίζεται αποκλειστικά στην αποστήθιση.

Παρόλο που η Αγγλική γλώσσα αποτελεί ένα τελείως διαφορετικό γλωσσικό σύστημα από την Ελληνική, η συνήθης πρακτική είναι να διδάσκεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

Οι μαθητές καλούνται:

    • να μάθουν απλά το τραγούδι της Αγγλικής Αλφαβήτου και μετά αυτόματα να διαβάζουν,
    • να αποστηθίσουν λίστες λέξεων,
    • να επαναλαμβάνουν κανόνες, χωρίς ουσιαστική κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της γλώσσας.

Όμως, ένας μαθητής με δυσλεξία δεν χρειάζεται περισσότερη αποστήθιση. 

Χρειάζεται να κατανοήσει πως λειτουργεί η Αγγλική γλωσσα μέσα από σαφείς κανόνες, σύνδεση ήχου και εικόνας και ενεργή συμμετοχή στη μαθησιακή διαδικασία. 

Για τον λόγο αυτό, η αναλυτική διδασκαλία της φωνολογικής επίγνωσης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για την αποτελεσματική εκμάθηση Αγγλικών.

Τι χρειάζεται πραγματικά ένας μαθητής με δυσλεξία για να μάθει Αγγλικά;

Σε πρώτο στάδιο, ο μαθητής χρειάζεται εις βάθος επεξηγηματική διδασκαλία όσον αφορά την αποκωδικοποίηση των λέξεων μέσα από σαφείς κανόνες και συστηματική καθοδήγηση.

Για παράδειγμα:

    • Γιατί η λέξη “bite” διαβάζεται «μπάιτ» και όχι «μπίτε»;
    • Γιατί δεν προφέρεται το τελικό “e”;
    • Πώς αλλάζει ο ήχος του φωνήεντος;

Όταν το παιδί κατανοήσει το «γιατί», αρχίζει σταδιακά να αποκωδικοποιεί τη γλώσσα αντί να την αποστηθίζει μηχανικά.

Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι:

Πώς θα αποθηκεύσει το παιδί αυτούς τους κανόνες στη μακροπρόθεσμη μνήμη;

Για ακόμη μία φορά, ο συμβατικός τρόπος διδασκαλίας — όπου κυριαρχεί μόνο η λεκτική πληροφορία — δεν αποτελεί τον καλύτερο σύμμαχο. Όπως έχουν δείξει έρευνες, η δυσλεξία δεν συνοδεύεται από έλλειψη νοημοσύνης. Είναι, απλά, ένας διαφορετικός τρόπος σκέψης.

Ένας μαθητής με δυσλεξία μπορεί να δυσκολεύεται με τον παραδοσιακό λεκτικό τρόπο διδασκαλίας, όμως συχνά διαθέτει πολύ δυνατά σημεία, που μένουν ανεκμετάλλευτα στο υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα. Πολλά παιδιά με δυσλεξία σκέφτονται οπτικά, μαθαίνουν μέσα από εικόνα και κίνηση, δημιουργούν συνδέσεις, έχουν δημιουργικότητα και φαντασία και επεξεργάζονται καλύτερα τη γνώση βιωματικά.

Από την θεωρία στην πράξη: Η μέθοδος TMS

Παρόλο που, σύμφωνα με την θεωρία της Πολλαπλής Νοημοσύνης του Howard Gardner, υπάρχουν εννέα διαφορετικοί τύποι νοημοσύνης, τα περισσότερα παιδιά εξακολουθούν να διδάσκονται με έναν μόνο τρόπο: τον λεκτικό.

Με αφετηρία την παραδοχή ότι κάθε παιδί μαθαίνει διαφορετικά,  αναπτύχθηκε η βραβευμένη μεθοδολογία TMS (The MindMap System), η οποία βασίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: α) την Διαφοροποιημένη Διδασκαλία, την Θεωρία της Πολλαπλής, και γ) την Συναισθηματική Νοημοσύνη (E.Q.). 

Σύμφωνα με την διεθνή βιβλιογραφία, οι παιδαγωγικές αυτές προσεγγίσεις ανταποκρίνονται αποτελεσματικότερα στις ανάγκες των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες, καθώς δημιουργούνται οι συνθήκες και το εκπαιδευτικό περιβάλλον, όπου ο διαφορετικά δομημένος εγκέφαλος της δυσλεξίας μπορεί πραγματικά να «ανθίσει». Πιο συγκεκριμένα: 

Τα συμβατικά βιβλία και οι ατελείωτες λίστες κανόνων αντικαθίστανται από:

    • κιναισθητικές ασκήσεις,
    • διαδραστικά τετράδια,
    • pop-up βιβλία,
    • βιωματικά stations μάθησης,
    • γνωστικούς χάρτες (mind maps),
    • εργαλεία επαυξημένης πραγματικότητας.

Ο παραδοσιακός δασκαλοκεντρικός τρόπος διδασκαλίας αντικαθίσταται από μαθητοκεντρική προσέγγιση.

Ο μαθητής, με τη σωστή καθοδήγηση του ειδικού παιδαγωγού, μαθαίνει να:

    • οπτικοποιεί πολύπλοκες έννοιες,
    • οργανώνει τη γνώση,
    • δημιουργεί προσωπικές στρατηγικές μάθησης,
    • αξιοποιεί τα δικά του δυνατά σημεία.

Η δυσλεξία δεν είναι εμπόδιο. Είναι ένας διαφορετικός τρόπος σκέψης.

Δυσλεξία δεν σημαίνει ότι ένα παιδί δεν μπορεί να μάθει Αγγλικά ούτε ότι είναι κάτι που πρέπει να «διορθωθεί». Είναι, απλά, ένας διαφορετικός τρόπος να βλέπει και να επεξεργάζεται κανείς τον κόσμο. 

Όταν η εκπαίδευση προσαρμόζεται στο παιδί και όχι το παιδί στην εκπαίδευση, τότε η μάθηση γίνεται εμπειρία επιτυχίας, χαράς και προσωπικής εξέλιξης.

Στόχος, λοιπόν, δεν είναι ένα παιδί με δυσλεξία απλώς να μάθει Αγγλικά. 

Στόχος είναι να συνειδητοποιήσει ότι ο τρόπος που σκέφτεται είναι μοναδικός, πολύτιμος και ικανός να το οδηγήσει όπου ονειρεύεται. Γιατί κάθε παιδί μπορεί να ανθίσει, όταν του δοθεί ο χώρος να μάθει με τον δικό του τρόπο!

Στο τέλος της ημέρας, η μεγαλύτερη επιτυχία δεν είναι ένας καλός βαθμός ή ένα πιστοποιητικό Αγγλικών. Είναι η στιγμή που ένα παιδί σηκώνει το χέρι του με αυτοπεποίθηση, δοκιμάζει χωρίς φόβο και πιστεύει ότι μπορεί να τα καταφέρει.

Γιατί όταν ένα παιδί πιστέψει στις δυνατότητές του, οι δυνατότητές του γίνονται πραγματικά απεριόριστες!

Ελισάβετ Κεχαγιά
Καθηγήτρια Αγγλικών, εξειδικευμένη στις μαθησιακές δυσκολίες

-BA στην Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
-MEd στην Ένταξη και στις Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες,  University of Birmingham
-Εισηγήτρια σε διεθνή συνέδρια & Εκπαιδεύτρια καθηγητών στη Διαφοροποιημένη Διδασκαλία

Ανακαλύψτε τα εξειδικευμένα προγράμματα του The Mindmap School και δείτε πώς μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί σας να μάθει με αυτοπεποίθηση, αξιοποιώντας τις μοναδικές του δυνατότητες.